Google 10/01/2012 - 11/01/2012 | diabetesgr
Από το Blogger.
Latest Post

Εμμηνόπαυση και Διαβήτης

Written By Alexandros Moumtzis on Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012 | 3:18 μ.μ.


Ο μεγαλύτερος μέσος  όρος ζωής των γυναικών , σε σχέση με τους άνδρες ,οφείλεται και στο γεγονός   ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά εμφάνισης καρδιακής νόσου .

Το πλεονέκτημα όμως αυτό, εξαλείφεται, στη περίπτωση ,που μια γυναίκα εμφανίσει διαβήτη.

Οι γυναίκες με διαβήτη ,διατρέχουν εξαπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής νόσου, σε σχέση με τις υγιείς γυναίκες. Το ποσοστό εμφάνισης καρδιακής νόσου σε διαβητικές γυναίκες είναι υψηλότερο ακόμα και από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών με διαβήτη.

Τα αποτελέσματα, Φιλανδικής έρευνας έδειξαν, ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά θανατηφόρων εμφραγμάτων, σε σχέση με τα αντίστοιχα των ανδρών.

Περά όμως από τη συχνότητα και τη βαρύτητα, που μπορεί να παρουσιάσει μια επικείμενη καρδιακή προσβολή ,διαφορές  παρατηρούνται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο, τα δυο φύλλα αντιλαμβάνονται, το έμφραγμα.

Μερικά από τα συμπτώματα του εμφράγματος ,γίνονται αντιληπτά και από τα δυο φύλλα και πιο συγκεκριμένα , η δυσφορία , ο πόνος στο στήθος  ή και σε αλλά μέρη του άνω κορμού  (χέρι, πλάτη ,άνω μέρος του στομαχιού).

Ενώ άλλα συμπτώματα όπως κούραση –αδυναμία ,ναυτία ,ζαλάδα ,αναπνευστική δυσχέρεια ,είτε  εμφανίζονται με μικρότερη ένταση στις γυναίκες,  με αποτέλεσμα να μην γίνονται αντιληπτά και το κυριότερο δεν  κινούν σε αυτές, την υποψία,  για ένα επαπειλούμενο  έμφραγμα.

Τα ποσοστά εμφάνισης νεφρικής νόσου, υπερβαίνουν τα αντίστοιχα ποσοστό των ανδρών. Ο κίνδυνος όμως εμφάνισης καρδιακής ή νεφρικής νόσου στις γυναίκες έχει μια χρονική αφετηρία.

Η εμμηνόπαυση λοιπόν, κατά την οποία τα επίπεδα των οιστρογόνων μειώνονται σημαντικά, σηματοδοτεί την έναρξη μιας  περιόδου,  αυξημένης πιθανότητας εμφάνισης προβλημάτων που σχετίζονται με τη καρδιά ή τους νεφρούς.

 Όσο μειώνονται τα ποσά των οιστρογόνων και όσο παρατηρείται σχετική αύξηση των επίπεδων τεστοστερόνης τόσο αυξάνει ο κίνδυνος .

Η  περίοδος της εμμηνόπαυσης, πέραν των ορμονικών προβλημάτων που δημιουργεί στις γυναίκες ,αυξάνει στο διπλάσιο, τα ποσοστά κατάθλιψης ,σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά που παρουσιάζει ο πληθυσμός των ανδρών.

Ας  μην ξεχνάμε ότι η παρουσία κατάθλιψης σε συνδυασμό και με άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες είναι ικανή είτε ανεξάρτητα είτε σε συνδυασμό με αυτούς να πυροδοτήσει ,την έναρξη του διαβήτη.

Μπορεί μεν η χρονική περίοδος της εμμηνόπαυσης να άρει τη προστατευτική ασπίδα των γυναικών απέναντι στις καρδιόπαθειες ,άλλα δυστυχώς και η ίδια η ασθένεια  συμβάλει επίσης σε αυτό .

Ανεξαρτήτως φύλλου, η εμφάνιση του διαβήτη συνδυάζεται με μια σταδιακή επιδείνωση του λιπιδαιμικού προφίλ του ασθενούς  , έστω και αν παρατηρείται βελτίωση  στη διαχείριση των τιμών της  γλυκόζης.

Η άνοδος των τιμών των τριγλυκεριδίων, σε συνδυασμό με τη μείωση της HDL, αποτελεί το έναυσμα  για τον πολλαπλασιασμό των πιθανοτήτων δημιουργίας   εμφράγματος .

Οι καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες των οιστρογόνων και της ΗDL είναι γνώστες σε ένα μεγάλο σύνολο γυναικών  ,όμως η γνώση αυτή μπορεί να επιδράσει με αρνητικό τρόπο εφησυχάζοντας τες.

Οι στεροειδής ορμόνες περάν από την επίδραση τους τόσο στα φυλετικά χαρακτηριστικά, στο μεταβολισμό του λίπους , την λειτουργία του ενδοθηλίου και των αγγείων επιφέρουν αλλαγές και στη σύσταση του ανθρωπίνου σώματος .

Κατά τη περίοδο της εμμηνόπαυσης παρατηρείται αύξηση του σπλαχνικού λίπους και γενικότερα αύξηση του συνολικού ποσοστού  λίπους, σε σχέση πάντα,  με την άλιπη μυϊκή μάζα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και μείωση της οστικής πυκνότητας .

 Η εμμηνόπαυση συνοδεύεται και σε αλλαγές όσο αναφορά και στα  μικροθρεπτικά συστατικά , ενδεικτικά αναφέρω τη μείωση που παρατηρείται στη τιμή του μαγνησίου  που ενισχύει  την ινσουλινοαντίσταση και κατά συνέπεια το μεταβολικό σύνδρομο ,καθώς και την αύξηση που παρατηρείται στη τιμή του σιδηρού – αποθήκες σιδηρού και συνδέεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Όμως η αύξηση του σπλαχνικού λίπους, πέραν από το οπτικό αποτέλεσμα σημαίνει μειωμένο βαθμό λιπόλυσης ,αύξηση των ΕΛΟ στη κυκλοφορία του αίματος και ενίσχυση της ινσουλινοαντίστασης.

 Η ινσουλινοαντίσταση, όπως προανέφερα σε άλλο άρθρο, ενισχύει το περιβάλλον φλεγμονής  και συμβάλει με το τρόπο της, στη δημιουργία ισχαιμικής καρδιακής νόσου αλλά και επιπλοκών  που σχετίζονται με τη παχυσαρκία.

 

Η αύξηση του σπλαχνικού ποσοστού λίπους που παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση  δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικός παράγοντας εμφάνισης καρδιακής νόσου. Μπορεί  όμως να αποτελέσει, ένα πολύ σημαντικό θεραπευτικό στόχο, μιας που η μείωση του, σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην αρχικά στην  απόφαση , την επίμονη και   θέληση μας, όσο αναφορά  την αποδοχή τόσο των υγεινοδιαιτητικών συστάσεων όσο και την επιβολή .αύξησης της φυσικής μας δραστηριότητας.

Δεν πρέπει φυσικά να φτάσουμε στην εμμηνόπαυση για να ενδιαφερθούμε για το σώμα μας ,μιας που η πρόληψη  και αποτελεί την καλύτερη αμυντική τακτική απέναντι σε μια ομάδα ασθενών.

Μεταβολικό Σύνδρομο (ΜΣ)

Written By Alexandros Moumtzis on Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012 | 3:02 μ.μ.


Πολλές φορές συνδέουμε το μεταβολικό σύνδρομο αποκλειστικά και μόνο με τη παρουσία ή όχι ινσουλινοαντίστασης και στο μυαλό όλων μας ,έχει συνδεθεί με αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ. Δεν είναι όμως έτσι ακριβώς .

 Το μεταβολικό σύνδρομο αποτελεί ένα πάζλ επιμέρους μεταβολικών διαταραχών που οδηγούν όχι μόνο στην εμφάνιση του διαβήτη ΙΙ μιας που πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται με τετραπλάσιο κίνδυνο στεφανιαίου θανάτου ενώ άλλες μελέτες διαπιστώνουν διπλασιασμό του κινδύνου στεφανιαίας νόσου όταν η παρουσία σακχαρώδη διαβήτη συνδυάζεται και με παρουσία μεταβολικού συνδρόμου!!!.

Μονομερή αλλά αλληλοσυνδεόμενα κομμάτια του μεταβολικού συνδρόμου αποτελούν η  είναι η παχυσαρκία (κυρίως η κεντρικού τύπου), η ινσουλινοαντίσταση η δυσλιπιδαιμία, η υπέρταση, και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Σαν κύρια αιτία του Μεταβολικού Συνδρόμου(ΜΣ) θεωρείται η κεντρική παχυσαρκία που στη συνεχεία θα δημιουργήσει την ινσουλινοαντίσταση (ανικανότητα δράσης της ινσουλίνης σε ιστούς-όργανα ).

Η αδύναμα δράσης της ινσουλίνης θα έχει σαν αποτέλεσμα τη διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης με άμεση συνεπεία την εμφάνιση ελαφριάς υπεργλυκαιμίας και με  ταυτόχρονη αρχικά υπέρ έκκριση ινσουλίνης.

Το σφάλμα στη δράση της ινσουλίνης θα σηματοδοτήσει τη απορύθμιση και των λιπιδίων δημιουργώντας ,δυσλιπιδαιμία που ότι θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη δράση της ινσουλίνης θα δημιουργήσει μια πληθώρα  προβλημάτων όπως (αυξημένο αριθμό τριγλυκεριδίων ,αυξημένο αριθμό πυκνών LDL,μείωση της HDL , αυξημένα ποσά ελεύθερων λιπαρών οξέων )  

Η συνεχιστεί να μειώνεται η δράση της ινσουλίνης και αρχίζει να περιορίζεται και η έκκριση της οδηγούμαστε ακόμη και σε διαβήτη . Ξαφνικά αρχίζει να απορυθμίζεται και η αρτηριακή πίεση εξαιτίας της ανικανότητας της ινσουλίνης να ασκήσει αγγειοδιασταλτική δράση στα περιφερικά αγγεία ,σε συνδυασμό  κατακράτηση νάτριου και αυξημένη δράση του συμπαθητικού. Το αίμα λοιπόν κινείται με μεγάλη ταχύτητα –ορμή,  σε αγγεία με μικρότερη διάμετρο και λόγο του παραπάνω λόγου που ανέφερα ,αλλά και εξαιτίας  του γεγονότος ότι υπερβολικός αριθμός χοληστερόλης αρχίζει να συνωστίζεται στα τοιχώματα τους. Σαν να μην έφτανε όλο αυτό ο λιπώδης ιστός αρχίζει να παράγει μια σειρά παραγόντων που συμβάλουν στην εξέλιξη της αθηροσκλήρυνσης.

Η ινσουλινοαντίσταση και η υπερινσουλιναιμία δημιουργεί δυσχεραίνει το μεταβολισμό της γλυκόζης, προκαλώντας  ,δυσλιπιδαιμία ,αιμοδυναμικές αλλαγές, και ένα φλεγμονώδες αθηρωματικό  κυτταρικό περιβάλλον ,δημιουργώντας έτσι όλες τις προϋποθέσεις εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

Άλλες διαταραχές που μπορούν να συσχετιστούν, με το μεταβολικό σύνδρομο είναι η υπερουριχαιμία, η υπνική άπνοια, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών το λιπώδες ήπαρ.

Το μεταβολικό σύνδρομο, παρότι μπορεί να  βρίσκεται μπροστά στα ματιά μας ,συχνά το αγνοούμε και το συνδέουμε με το κίνδυνο του διαβήτη , όμως ακόμη και στη περίπτωση που μεταβούμε στη κατάσταση του διαβήτη, ο πιθανός θάνατος, θα προέρχεται από καρδιαγγειακά αίτια δυστυχώς.

Ποια άτομα λοιπόν πάσχουν από το ΜΟ;

  • Περιφέρεια μέσης πάνω από 102cm στον άνδρα ή 88cm στην γυναίκα
  •  Αρτηριακή πίεση αίματος τουλάχιστον 130 και 85 mmHg η συστολική και διαστολική αντιστοίχως
  • Επίπεδα τριγλυκεριδίων αίματος πάνω από 150mg/dl.
  • Επίπεδα 'καλής χοληστερίνης' HDL κάτω από 40mg/dl στον άνδρα και κάτω από 50 mg/dl στην γυναίκα
  • Γλυκόζη αίματος νηστείας μεγαλύτερη και ίση του  110mg/dl.

Εάν συνυπάρχουν 3 από τα 5 αυτά διαγνωστικά κριτήρια, τότε πάσχετε από Μεταβολικό Σύνδρομο .
Μουμτζής Αλέξανδρος
Ιατρός ενδοκρινολόγος ειδικός εφαρμογών διαιτητικής

Ινσουλινοαντίσταση στο λιπώδη ιστό και κεντρική παχυσαρκία (μέρος IV)

Written By Alexandros Moumtzis on Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012 | 12:14 π.μ.


Η ινσουλίνη στο λιπώδη ιστό επιτρέπει την είσοδο της γλυκόζης στο εσωτερικό του λιποκυττάρου προωθώντας με  το τρόπο αυτό τη λιπογέννεση , είτε αναστέλλοντας τη λιπόλυση των αποθηκευμένων τριγλυκεριδίων, μειώνοντας  με το τρόπο αυτό τη διακινούμενη ποσότητα ΕΛΟ, το προϊόν διάσπασης των τριγλυκεριδίων ,στην αιματική ροη.

Σε περιπτώσεις, λοιπόν που τα επίπεδα ινσουλίνης είναι χαμηλά, τα λιποκύτταρα, προβαίνουν σε λιπόλυση, για να τροφοδοτήσουν τον οργανισμό με ενέργεια.

 Σε μεταγευματικό στάδιο, θεωρείται ότι ο λιπώδης ιστός λαμβάνει το 10 % της συνολικής ενέργειας του γεύματος, μιας που το ανθρώπινο σώμα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί  για τις ενεργειακές του ανάγκες ,το ποσό της παρεχομένης ενέργειας, που δέχεται μέσο της τροφής και να αποταμιεύσει ένα μικρό μέρος του σε περίπτωση που δεν ξεπερνάτε το ενεργειακό ισοζύγιο. 

Τα λιποκυττάρα όμως ,δεν είναι απλά κύτταρα αποθήκευσης τριγλυκεριδίων ,αλλά και ενδοκρινείς αδένες μιας που είναι ικανά να παράγoυν  πληθώρα ορμονών, κυτοκινών και πεπτιδίων  . Τα ιδία τα λιποκύτταρα ,έχουν την ικανότητα περιορισμού δράσης του GLUT-4 περιορίζοντας με το τρόπο αυτό τη μεταφορά γλυκόζης στο εσωτερικό τους .

Θα αναφερθώ στη συνέχεια στη λεγόμενη ectopic fat theory που αποτελεί τη δεύτερη θεωρία σύνδεσης ,της κεντρικής παχυσαρκίας ,με την ινσουλινο-αντίσταση και κατ επέκταση, με τη εγκατάσταση του ,Διαβήτη τύπου ΙΙ.

Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι ο λιπώδης ιστός ,δεν έχει ανεξάντλητη ικανότητα αποθήκευσης λίπους, όπως αρχικά είχε θεωρηθεί. Ο υπερκορεσμός του, με λίπος δημιουργεί σε αυτόν , μια κατάσταση φλεγμονής ( inflammation theory-η τρίτη θεωρία σύνδεσης της κεντρικής παχυσαρκίας με την ινσουλινοαντίσταση ) και σηματοδοτεί την εκτόπιση λίπους προς άλλα όργανα όπως το ήπαρ. Η κατάσταση φλεγμονής του λιπώδους ιστού αποτελεί αίτιο παραγωγής παραγόντων, που περιορίζουν τη δράση της ινσουλίνης αυξάνοντας ,με το τρόπο αυτό ,την  ινσουλινοαντίσταση.

Αν με απλά λόγια προσπαθήσω να ενοποιήσω τις τρεις αυτές θεωρίες τα ακόλουθα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στο λιπώδη ιστό.

Αρχικά έχουμε αυξημένη παράγωγη ΕΛΟ οξέων  στον ορό  που ανταγωνίζονται τη δράση της ινσουλίνης στη περιφέρεια (σκελετικούς μύες)   (Randle circle).

Χρόνια  αυξημένα επίπεδα ΕΛΟ   ορού  ενεργοποιούν  την  γλυκονεογένεση,  επιφέρουν  ινσουλινοαντίσταση στο ήπαρ και τους μύες, και βλάπτουν την έκκριση της ινσουλίνης, σε άτομα με γενετική προδιάθεση

H συσσώρευση τριγλυκεριδίων, στον λιπώδη ιστό, δημιουργεί κατάσταση φλεγμονής και παραγωγή μορίων που ενισχύουν την ινσουλινοαντίσταση, σαν να προσπαθεί, θα λέγαμε ο λιπώδης ιστός, να περιορίσει σε τοπικό επίπεδο τη δράση της ινσουλίνης (inflammation theory ) ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να ξεφορτωθεί κομμάτι των τριγλυκεριδίων του ,εκτοπίζοντας τα ,σε άλλο σημείο –όργανο ,με αποτέλεσμα την έναρξη της ινσουλινοαντίσταση στο όργανο αυτό πχ: ήπαρ –μύες.

 Ο μεταβολισμός των τριγλυκεριδίων με τη σειρά του, παράγει μόρια όπως ,διγλυκερίδια, κυραμίδια, που ενισχύουν την ινσουλινοαντίσταση και συμβάλουν στη μη  φυσιολογική δράση της ινσουλίνης, στο ήπαρ και τη περιφέρεια.

Αυτή η ακολουθία γεγονότων (λιποτοξικότητα ) μπορεί να πλήξει και το ίδιο το Β –κύτταρο, όπου πλέον οδηγεί και στον περιορισμό έκκρισης της ινσουλίνης .

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η αύξηση της μάζας του λιπώδους ιστού και με πιο απλά λόγια, η παχυσαρκία, μπορεί να οδηγήσει σε αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η συσσώρευση λίπους, λοιπόν στο άνω άκρο του σώματος, η λεγόμενη κεντρική παχυσαρκία,  μπορεί να αποτελέσει ,  ίσως το πιο καθοριστικό παράγοντα ανάπτυξης της  ινσουλινοαντίστασης ,εκτός από περιπτώσεις που γενετικών αλλοιώσεων και κληρονομικότητας . Έτσι σε  παιδιά διαβητικών σε μικρή ηλικία και με φυσιολογικό ΔΜΣ (Δείκτη Μάζας Σώματος) εμφανίζουν αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένη εναπόθεση λίπους στους σκελετικούς μύες. Επίσης εμφανίζουν μικρά μιτοχόνδρια χωρίς να εμφανίζεται αυξημένη λιπόλυση. Τα δεδομένα αυτά φανερώνουν πρωτοπαθή ινσουλινοαντίσταση, απουσία παχυσαρκίας και αυξημένης λιπόλυσης .

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στη συζήτηση , μας σχετικά, με την ανατομική θέση του λίπους. Περίπου το 80% της ολικής ποσότητος λίπους ,διανέμεται κάτω από το δέρμα υποδόρια ,ενώ το 10% αποθηκεύεται ενδοκοιλιακά –σπλαχνικά.

Παρότι το συγκριτικά, μικρό ποσοστό του σπλαχνικού λίπους, ο σπλαχνικός λιπώδης ιστός, παρουσιάζεται μεταβολικά ,κατά πολύ ,πιο ενεργός απ ότι ο υποδόριος, εκκρίνοντας ουσίες, που ενισχύουν την ινσουλινοαντίσταση ,ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει και αυξημένη λιπολυτική ικανότητα  .

 Τα κύτταρα του σπλαχνικού λίπους είναι πιο ευαίσθητα υπενάντι στη δράση των κατεχολαμινών ,σε σχέση με την ινσουλίνη και ικανά να απελευθερώσουν μεγάλη ποσότητα ΕΛΟ (portal vein theory) μέσο της πυλιαίας κυκλοφορίας  προς το ήπαρ, στη μεταγευματική κατάσταση.

 Οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερη ικανότητα συσσώρευσης σπλαχνικού λίπους, σε σχέση με τις γυναίκες.

Μεγαλύτερη   μείωση της ινσουλινοαντίστασης, παρατηρείται σε περιπτώσεις απώλειας βάρους, όπου συνοδεύονται, με μείωση της ποσότητας του σπλαχνικού λίπους, παρ ότι σε περίπτωσης όπου έχουμε απώλεια υποδόριου λίπους.

Η κατανομή του σωματικού λίπους, ανάμεσα σε σπλαχνικό και υποδόριο έχει ισχυρή γενετική βάση ,πέραν όμως της κληρονομικότητας , η δράση και άλλων ορμονών, όπως της κορτιζόλης μπορεί να συμβάλουν, στη δημιουργία της κεντρικής παχυσαρκίας. Η κεντρική παχυσαρκία λοιπόν, είναι υπεύθυνη για την ανώμαλη   υπερέκκριση τριγλυκεριδίων , που δημιουργεί ινσουλινοαντίσταση ,μεταβαλλόντας , το μεταβολισμό του ήπατος ,αυξάνοντας τη περιεκτικότητα του, σε εκτοπισμένα σε αυτό τριγλυκερίδια ,τα οποία εξαιτίας της μειωμένης δράσης της ινσουλίνης στο ήπαρ ,μεταφέρονται στη περιφέρεια δημιουργώντας, πλέον εκτός ανωμαλία στο μεταβολισμό των υδατανθράκων ,ανωμαλία και στο μεταβολισμό των λιπιδίων.

Μουμτζής Αλέξανδρος

Ινσουλινοαντίσταση στους σκελετικούς μύες (μέρος ΙΙΙ)

Written By Alexandros Moumtzis on Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012 | 2:06 μ.μ.


Ένα μεγάλο μέρος της ενέργειας που προσφέρει η γλυκόζη στον ανθρώπινο οργανισμό ,αξιοποιείται από τους  σκελετικούς μύες , είτε άμεσα για τη παράγωγη ενέργειας ,είτε για την αποθήκευση της υπό τη μορφή του γλυκογόνου . Οι μύες όπως και το ήπαρ κατέχουν την ικανότητα αποθήκευσης της γλυκόζης.

Το 60 -70 % της συνολικής ενέργειας που προσφέρει η γλυκόζη καταλήγει στους μύες, οι όποιοι μπορούν να προβούν σε αποθήκευση της σε ποσοστό που φτάνει το 80% της προσφερόμενης ενέργειας.

Τα  μυϊκά  κύτταρα  δεν  βασίζονται  στη  γλυκόζη  ή  το  γλυκογόνο,  στο  βασικό  στάδιο  όταν  δηλαδή  τα  επίπεδα  της  ινσουλίνης  είναι  χαμηλά , αλλά στη οξείδωση των λιπαρών οξέων.

Για να φυλακιστεί η γλυκόζη μέσα στο μυϊκό κύτταρο θα πρέπει να φωσφορολιωθεί πρώτα (Glucose-6-phosphate)και μέσα από μια σειρά αντιδράσεων να μετατραπεί σε γλυκογόνο. Η ικανότητα σύνθεσης γλυκογόνου σε άτομα που πάσχουν από διαβήτη τύπου ΙΙ είναι όμως περιορισμένη. 

Ο λόγος για αυτό μπορεί να είναι ο χαμηλός ρυθμός μεταφοράς της γλυκόζης στους  σκελετικούς μύες,  σε συνδυασμό με το χαμηλό ρυθμό φωσφορυλιωσής της.

Οποιοδήποτε διαταραχή  που μειώvει τη πρόσβαση της γλυκόζης στο όργανο στόχο, είτε τη πρόσδεση της με τον υποδοχέα της ,είτε στη μετάδοση του ενδοκυττάριου σήματος της (ινσουλίνης) μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κυτταρική απάντηση και κατά συνέπεια σε ινσουλινοαντίσταση.

Όπως προανέφερα και πριν ,σε άτομα που παρουσιάζουν  ινσουλινοαντίσταση ,παρατηρείτε ένας αυξημένος αριθμός EΛΟ, στη κυκλοφορία που ανταγωνίζονται ,τη δράση της ινσουλίνης ,η αντίδραση του οργανισμού στη συσσώρευση ΕΛΟ τόσο στο εξωτερικό του μυοκυττάρου, αλλά και στο εσωτερικό του είναι να δημιουργήσει , κατάσταση υπερινσουλιναιμίας. 

Η συσσώρευση των λιπαρών οξέων στο εσωτερικό του μυοκυττάρου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα δυο ξεχωριστών παραγόντων ,είτε σε εξαιτίας της αυξημένης διαθεσιμότητας τους ,είτε σε χαμηλό ρυθμό οξείδωσης τους  .

Τα λιπαρά οξέα στη συνέχεια παράγουν μεταβολίτες όπως η DAG (diacylglycerol) . H DAG όμως είναι ένας ενεργός διεγέρτης της  Πρωτεϊνικής Κινάσης C (protein kinase c PKC).

H PCK όμως μπορεί να προκαλέσει μεταβολές   στη ενδοκυττάρια μετάδοση του σήματος της ινσουλίνης  και ταυτόχρονα να προκαλέσει μεταβολές στον υποδοχέα της ,που βρίσκεται στην επιφάνεια της κυτταρικής μεμβράνης του μυοκυττάρου. Αλλά δυστυχώς  ταυτόχρονα ενεργοποιεί τον nuclear factor (NF) που έχει συσχετιστεί με τη παθογέννεση της στεφανιαίας νόσου.

Τα άτομα με διαβήτη τύπου ΙΙ παρουσίασουν  μεγαλύτερη ινσουλινοαντίσταση, σε σχέση με υγιή άτομα, του ίδιου βάρους ,ηλικίας και φύλλου. Το γεγονός αυτό, μας  συνιστά τη προσοχή, ότι η ινσουλινοαντίσταση, που παρατηρείται στους σκελετικούς μύες, ατόμων με ΣΔ ΙΙ ,δεν είναι το αποκλειστικό αποτέλεσμα της αυξημένης συγκέντρωσης ΕΛΟ που ανταγωνίζονται το μόριο της ινσουλίνης ,αλλά το αποτέλεσμα και άλλων παραγόντων , όπως  γενετικά λάθη ,χρόνιες μεταβολικές αλλαγές ,που δημιουργούν τοξικό περιβάλλον , υπεργλυκαιμία στο εξωτερικά του κύτταρου και γλυκοτοξικότητα ,είτε λιποτοξικότητα που δημιουργείται στο εσωτερικό εξ αιτίας της αυξημένης συσσώρευσης ΕΛΟ. Η αυξημένη όμως παρουσία ΕΛΟ παρουσιάζεται σε άτομα με κεντρική παχυσαρκία .

Η παχυσαρκία αποτελεί ένα αναστρέψιμο παράγοντα , η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας και πιο συγκεκριμένα η αεροβική άσκηση αποτελεί ένα επιθυμητό παράγοντα. Η αεροβική άσκηση αυξάνει τη ικανότητα μεταφοράς της γλυκόζης στο εσωτερικό των μυών , δε κίνηση του μεταφορέα της ( GLUT 4) γίνεται και χωρίς την ανάγκη σύνδεσης της ινσουλίνης, με το κυτταρικό υποδοχέα της , ενώ παράλληλα αυξάνει τη δράση της συνθάσης του γλυκογόνου , προκαλώντας έτσι, αύξηση στη περιορισμένη  ικανότητας σύνθεσης γλυκογόνου στα  άτομα με ινσουλινοαντίσταση .

Ο συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής, διατροφικής παρέμβασης αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, μπορούν να τροποποιήσουν μέχρι ένα βαθμό  τις συνθήκες, και να βελτιώσουν την ευγλυκαιμία .

Μουμτζής Αλέξανδρος
Ιατρός ενδοκρινολόγος ειδικός εφαρμογών διαιτητικής

Ινσουλινοαντίσταση και οι συνέπειες της στη δράση των λιποπρωτεινών (Μέρος ΙΙ)

Written By Alexandros Moumtzis on Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012 | 10:58 μ.μ.


Σε προηγούμενο άρθρο προσπάθησα να σας εξηγήσω  τη παρουσία του λίπους στο ήπαρ. Ουσιαστικά όλο το λίπος που δεχόμαστε μέσο της διατροφής δεν περνά απ ευθείας από το γαστρεντερικό σύστημα στο λιπώδη ιστό, αλλά μεταφέρετε με τη βοήθεια των χυλόμικρων (στη περίπτωση της μακράς αλύσου λιπαρών οξέων) στο συκώτι .

 Εκεί πλέον αναδομείται και ξαναπακετάρετε σε μια νέα λιποπρωτείνη τη λεγόμενη VLDL η όποια είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά των τριγλυκεριδίων από το ήπαρ προς τη περιφέρεια σε όργανα στόχους και κυρίως στο λιπώδη ιστό.

Για την πρόσληψη των τριγλυκεριδίων που μεταφέρονται με τη βοήθεια της VLDL στο λιπώδη ιστό είναι απαραίτητη η σύνθεση της VLDL με ένα υποδοχέα  (LPL – εξωκυτταρική λιπάση των λιποπρωτεινών ή λιπορωτεινική λιπάση).

Η δράση του υποδοχέα αυτού καθορίζεται-διεγείρετε  από την ινσουλίνη. Στο λιπώδη ιστό με το τρόπο αυτό διέρχονται τα λιπαρά οξέα ,αλλά εφόσον πλέον έχουν βρεθεί στο εσωτερικό του θα πρέπει να ξαναεστεροποιηθούν ,να δοθεί σε αυτά γλυκερόλη (αλκοόλη-) .Παρατηρούμε λοιπόν ότι τα λιπώδη κύτταρα χρειάζονται γλυκόζη για να φυλακίσουν τα λιπαρά οξέα.

Στη κατάσταση αυτή θα παραμείνουν μέχρι να δοθεί εντολή για τη χρησιμοποίηση τους .

Στο ανθρώπινο σώμα όταν έχουμε μια χημική αντίδραση μεταξύ δυο προϊόντων (λιπαρά οξέα +γλυκερόλη ) χρειαζόμαστε ενέργεια,

για να τη δημιουργήσουμε (άρα είναι μια αναβολική αντίδραση) ,όταν όμως προβαίνουμε σε διασπάσεις  (πχ: υδρόλυση TG σε λιπαρά οξέα + γλυκερόλη ) τότε απελευθερώνεται ενέργεια καταβολική αντίδραση.

 Η γλυκερολή που παράγεται με αυτό το τρόπο μεταφέρετε πλέον στο ήπαρ ,για να συνδεθεί με λιπαρά οξέα για τη δημιουργία ηπατικών τριγλυκεριδίων. Η τύχη των λιπαρών οξέων ,που απελευθερώθηκαν στο λιπώδη ιστό, εξαρτάται από τη παρουσία γλυκερόλης , εάν έχουμε αρκετή ποσότητα, ξαναεστεροποιούνται και παραμένουν στο λιπώδη ιστό.

 Εάν όμως έχουμε έλλειψη γλυκερολής ,τα λιπαρά οξέα δεν μπορούν να παραμείνουν στο λιπώδη ιστό ,απελευθερώνονται στο πλάσμα δημιουργώντας ένα σύμπλοκο,  με μια πρωτεΐνη την αλβουμίνη και κινούνται προς το ήπαρ. Ξανά το επίπεδο γλυκόζης στο εσωτερικό των λιποκυττάρων είναι ένας ρυθμιστικός και συγχρόνως καθοριστικός παράγοντας που καθορίζει ποτέ θα απελευθερώνονται  τα λιπαρά οξέα στο πλάσμα.

Σε άτομα με ινσουλινοαντίσταση παρατηρείται μια αυξημένη απελευθέρωση λιπαρών οξέων από το λιπώδη ιστό καθ όλη τη διάρκεια της ημέρας η όποια δε λαμβάνει υπ όψη το αν ο οργανισμός έχει καταναλώσει τροφή ή βρίσκεται σε κατάσταση νηστείας.

Σε καταστάσεις  αφθονίας ενέργειας το ήπαρ, εφόσον έχει εστεροποιήσει τα λιπαρά οξέα, θα τα εκκρίνει στη κυκλοφορία του αίματος, με τη λιποπρωτείνη VLDL ,ενώ σε κατάσταση νηστείας, το ήπαρ θα έπρεπε να μετατρέψει τα λιπαρά οξέα σε κετονοσώματα ,αλλά σε άτομα που πάσχουν από ινσουλινοαντίσταση και  βρίσκονται σε κατάσταση υπερινσουλιναιμίας, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Έρευνες απέδειξαν ότι τα άτομα που πάσχουν από ηπατική στεάτωση (συσσώρευση λίπους στο ήπαρ) το 80% του λίπους που έχει διηθήθει στο ήπαρ τους, προέρχεται από λιπαρά οξέα που απελευθερωθήκαν από το λιπώδη ιστό. Έρευνες σε ποντίκια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι  τα λιπαρά οξέα του πλάσματος μπορούν να διεγείρουν τη ΑpoB ώστε να αυξηθεί η απελευθέρωση τριγλυκεριδίων που βρίσκονται στο ήπαρ με τη βοήθεια της VLDL.

Η ινσουλίνη έχει την ικανότητα  να επηρεάσει   σχηματισμού της VLDL , με τρεις  τρόπους. Το SCD είναι ένα ενζυμο που μπορεί να μετατρέψει ένα κορεσμένο λιπαρό οξύ (μονός δεσμός άνθρακα ) σε μονοακόρεστο (διπλός δεσμός). Η παραγωγή VLDL επιταχύνετε  λόγο της  αυξημένης ποσότητας μονοακόρεστων.

 Η δράση του ενζύμου SCD ενισχύεται –διεγείρετε από τη ινσουλίνη ,ενώ η δράση του περιορίζεται, από τη παρουσία πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Δηλαδή με αυξημένη δράση του SCD  μεγάλο μέρος των λιπαρών οξέων που θα μεταφέρει  η VLDL  θα είναι μονοακόρεστα.

Μπορεί να δράσει  σε ένα άλλο ενζυμο το ΜΤΡ να περιορίσει την έκφραση του και κατά συνέπεια το περιορισμό παράγωγης των VLDL.

Η ινσουλίνη μπορεί να δράσει  στην Αpo-B (πρωτεΐνη που βρίσκεται στη VLDL) 

Άρα στη περίπτωση των ατόμων με ινσουλινοαντίσταση  παρουσιάζεται αυξημένη συγκέντρωση λιπαρών οξέων στο πλάσμα  που διεγείρουν τη παράγωγη της VLDL ,ενώ ταυτόχρονα η ινσουλίνη χάνει την ικανότητα της να ρύθμιση τη παράγωγη της VLDL ,με τελικό αποτέλεσμα αυξημένος αριθμός VLDL και τριγλυκεριδίων να μεταφέρονται στο αίμα.

Η ινσουλινοαντίσταση δε επιφέρει αλλαγές μόνο στη ποσότητα της παραγόμενης VLDL αλλά    επηρεάζει και τη περιεκτικότατα της, όσο αναφορά τα τριγλυκερίδια που μεταφέρει ,η μειωμένη δράση της ινσουλίνης έχει σαν αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή   του τύπουVLDL o (Sf400-60 VLDL) πλούσιου σε ΤG, σε σχέση με τον (Sf60-20 VLDL), που έχει μικρότερο μέγεθος και περιέχει μικρότερη ποσότητα μεταφερόμενων τριγλυκεριδίων.

Τα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη εικόνα όσο αναφορά το λιπιδαιμικό τους προφίλ που χαρακτηρίζεται από αυξημένο αριθμό τριγλυκεριδίων, αυξημένο αριθμό και μεγάλου μεγέθους VLDL  , χαμηλό ποσό HDL και πολύ πυκνά τροποποιημένα  λιποπρωτενικα σωματίδια  LDL .

H  VLDL   μεταφέρει από το ήπαρ και διάμεσου της κυκλοφορίας του αίματος   κυρίως τριγλυκεριδια πως τη περιφέρεια, καθώς και μικρή ποσότητα εστέρων χοληστερόλης αλλά και χοληστερόλη.

Ένα τυπικό μόριο VLDL τα έχει την ακόλουθη σύσταση.

VLDL
Πρωτεΐνη
Τριγλυκεριδια
Εστέρες χολ
χοληστερόλη
 
10 %↓
56%↑
15%
8%

Η σύσταση ενός  μορίου HDL

HDL
Πρωτεΐνη
Τριγλυκεριδια
Εστέρες χολ
χοληστερόλη
 
50 %↑
13%↓
30%
6%

 

 Μόλις λοιπόν η VLDL εισέρθει στη κυκλοφόρα του αίματος  έρχεται σε επαφή με την ΗDL  η οποία κινείται σε αντίστροφη πορεία με την VLDL και κατευθύνεται προς το ήπαρ ,αλλά  η HDL μεταφέρει κυρίως χοληστερόλη  προς το ήπαρ.

Η σύνδεση αυτή ανάμεσα στις δυο αυτές λιποπρωτείνες ,έχει σαν αποτέλεσμα η ΗDL να προσφέρει στη  VLDL  2 πρωτεΐνες . Η μια από αυτές τις πρωτεΐνες η (Apo-C) επιτρέπει τη σύνδεση της VLDL  με τον υποδοχέα της τη λιποπρωτεινική λιπάση (LPL)που βρίσκεται στη επιφάνεια των λιποκυττάρων ή και οργάνων που η VLDL πρόκειται να αδειάσει τα τριγλυκερίδια που μεταφέρει .(Η ΗDL περιέχει στο εσωτερικό της πάνω από 50 πρωτεΐνες που διαχωρίζονται σε 4 διαφορετικές ομάδες ,οι τρεις από αυτές σχετίζονται με την άμυνα του οργανισμό –την αντιφλεγμονώδη προστασία –αντιθηρωματική δράση και μια ομάδα που περιέχει όλες τις από πρωτεΐνες που χρειάζονται οι μεταφορείς του λίπους για το μεταβολισμό τους )         .

O ρόλος της ΗDL δεν είναι αποκλειστικά η μεταφορά χοληστερόλης από τη περιφέρεια στο ήπαρ (ως ο τώρα θεωρούμενος  παραδοσιακός ρόλος) , αλλά η ΗDL παρουσιάζει και αντιφλεγμονώδη ,αντιμικροβιακή δράση .

Όσο η VLDL βρίσκεται σε επαφή με την LPL αδειάζει από τα τριγλυκεριδια που μεταφέρει και φυσικά μειώνεται σε μέγεθος, ξεφουσκώνει. Η δράση της LPL όμως  καθορίζεται από την ινσουλίνη , υψηλά  επίπεδα ινσουλίνης αυξάνουν την ικανότητα δράσης της LPL, με το τρόπο αυτό ,ευνοείται η αποθήκευση λίπους στη περίπτωση όμως της ινσουλινοαντίστασης ,η δράση της LPL περιορίζεται, με αποτέλεσμα η VLDL,  να μην μπορεί να αδειάσει από τα τριγλυκεριδια που περιέχει.

Η apo C που έχει  που προσφερθεί από τη HDL στη VLDL έχει 2 υποτύπους, η apoCII αυξάνει τη δραστηριότητα της LPL ,ενώ η apoCIII περιορίζει τη δράση της LPL. Σε άτομα με  ινσουλινοαντίσταση, όμως ο μεταβολισμός της VLDL περιοριστεί, εξαιτίας της χαμηλής δράσης της  LPL αυξάνοντας τη βιοδιαθεσιμότητα της apoCIII.

Η δεύτερη αποπρωτείνη, που προσφέρει η HDL στη VLDL είναι η Apo-E η οποία βοήθα τη VLDL  στη επανασύνδεση της με το Ήπαρ σε περίπτωση που η VLDL κινηθεί προς αυτό ώστε να ανακυκλωθεί.  Η apoCIII που αναφέραμε μπορεί να αντικαταστήσει τη Αpo-E και με το τρόπο αυτό,  να αποτρέψει την επανασύνδεση τη VLDL με το Ήπαρ.

Η VLDL λοιπόν μεταφέρει τριγλυκερίδια στη περιφέρεια,  η VLDL έχει 2 μεταβολικές επιλογές . Είτε να κινηθεί προς το ήπαρ όταν πλέον έχει ξεφορτώσει το 50% της αρχικής ποσότητας TG που μεταφέρει  (προσκόλληση στο ήπαρ μέσο της Apo-E στο LDL-receptor του ηπατοκυττάρου και ανακύκλωση).

Εάν όμως η VLDL δεν κινηθεί προς το ήπαρ και όσο με τη βοήθεια της Αpo-C ενώνεται με  την  LPL  και όταν πλέον η αρχική της περιεκτικότητα μειωθεί στο 30% μετασχηματίζεται σε ένα νέο μόριο τη ΙDL η οποία τελικά θα μετατραπεί στην LDL.

Με τη βοήθεια  μιας γλυκοπρωτείνης  που παράγεται από το ήπαρ και κυκλοφορεί στο πλάσμα επιτυγχάνεται  η ανακατανομή των εστέρων χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, και, σε μικρότερη έκταση , φωσφολιπιδίων μεταξύ των λιποπρωτεϊνών του πλάσματος. Η γλυκοπρωτεϊνη αυτή είναι γνωστή με το όνομα  Cholesteryl ester transfer protein.

Συλλέγει τριγλυκερίδια από τη πολύ  χαμηλής πυκνότητας (VLDL) ή  τη λιποπρωτεϊνη χαμηλής πυκνότητας (LDL) και τα ανταλλάσει  με εστέρες χοληστερόλης από  την υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (HDL), και αντιστρόφα με αναλογια 1:1.

Η δραστικότητα της CETP αυξάνει ,όσο αυξάνει η βιοδιαθεσιμότητα των τριγλυκεριδίων ,όπως συμβαίνει στη περίπτωση της ινσουλινοαντίστασης, η HDL εμπλουτίζεται με τριγλυκερίδια . Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται το μέγεθος της HDL αλλά και η διάσπαση της HDL επιταχύνεται , έχοντας σαν τελικό αποτέλεσμα τη κυκλοφορία  μικρή ποσότητας ΗDL στη περιφέρεια.

Με το τρόπο αυτό η λανθασμένη μεταβολική δράση της VLDL , αποδιοργανώνει και τη δράση της HDL. Αλλαγές μέγεθος ,αλλαγές στη περιεκτικότητα των μεταφερόμενων μορίων που περιέχονται στις λιποπρωτείνες , μπορεί να οδηγούν σε δομική αλλαγές  των απολιπρωτεινών τους  και κατά συνέπεια, σε λανθασμένη δράση της ίδιας της λιποπρωτείνης  .

Υπάρχει ένα ενζυμο που παράγεται στο Ήπαρ και στη συνέχεια ενεργοποιείται όταν  περάσει στη κυκλοφορία του αίματος που ονομάζεται ΗL Ηπατική Λιπάση με σκοπό τη ρύθμιση των επίπεδων των τριγλυκεριδίων στο πλάσμα  .

Η έκκριση του HL από το ήπαρ, αλλά και η ενεργοποίηση του, στο πλάσμα ελέγχεται από τη HDL , όμως αλλαγές  που έχουν συμβεί στις απολιπρωτείνες της HDL, αποδιοργανώνουν τη δράση του.

Έχοντας μικρή ποσότητα HDL στη περιφέρεια, με μειωμένη δραστικότητα αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην γίνεται πλήρης εκκαθάριση της LDL ,που βρίσκεται στη περιφέρεια . Όσο αυξάνει η παραμονή της LDL στη περιφέρεια, τόσο αυξάνει η πιθανότητα οξείδωσης της από ελεύθερες ρίζες. Η οξειδωμένη LDL θα προσκολληθεί στο ενδοθήλιο των αγγείων και θα αποθέσει στο σημείο αυτό εστέρες χοληστερόλης, άντε για το εσωτερικό του κύτταρου ξεκινώντας με το τρόπο αυτό τη διαδικασία της αθηροσκλήρωσης .

Τα χαρακτηριστικά της αθηρογενούς  δυσλιπιδαιμίας, είναι συνδεδεμένα με τη κεντρική παχυσαρκία ,τη χαμηλή ποσότητα HDL ,τον αυξημένο αριθμό τριγλυκεριδίων , τη μεγάλη ποσότητα VLDL και χυλόμικρων και Apo-B.
Mουμτζής Αλέξανδρος

Δημοφιλή Άρθρα

Η ιστοσελίδα δεν είναι υπεύθυνη για το περιεχόμενο των εξωτερικών συνδέσεων ,είτε των διαφημισεων που περιέχει.
 
Support : Creating Website | Johny Template | Mas Template
Copyright © 2013. diabetesgr - All Rights Reserved
Template Created by Creating Website Published by Mas Template
Proudly powered by Blogger