Google 2012 | diabetesgr
Από το Blogger.
Latest Post

Dental issues may be early diabetes indicators

Written By Alexandros Moumtzis on Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012 | 2:32 μ.μ.

If the eyes are the windows to the soul, then your mouth — and, by extension, dental health (or lack thereof) — may be the conduit to potential early warning signs of numerous diseases — including Type 2 diabetes.
Such is the message that both the Palm Beach County Health Department and Florida Public Health Institute’s Oral Health Coalition want patients and dentists to be cognizant of — especially during November’s National Diabetes Awareness Month.
According to Dr. Phil Bilger, the dental director of the Palm Beach County Health Department, in recent years, there’s been a heightened emphasis in the dental community to have everyone — patients and doctors alike — understand how oral health and overall health are related.
“For a long time, dentists treated the mouth as if it was disconnected from the rest of the body,” says Bilger. “Of course, that’s not the case. Each affects the other.”
For example, Bilger cites aggressive, persistent gum and periodontal disease as often being associated with Type 2 diabetes.
“Gum and periodontal diseases are diseases of inflammation that trigger a response in the immune system,” Bilger explains. “But, because diabetes can inhibit the immune system, these diseases in a diabetic might be more resistant to treatment than they would be in a non-diabetic person.”
Thus, whenever gum- or periodontal-disease patients don’t respond as quickly, or successfully, to typical protocols, Bilger suggests that they also visit their medial doctor in order to determine their diabetes status.
A previously undiagnosed patient will often be made aware of his or her own diabetic, or pre-diabetic, condition because of what he or she may believe is a seemingly unrelated dental condition, Bilger says.
Those with Type 2 diabetes, Bilger notes, may also suffer from the following chronic dental conditions:
  • Xerostomia: Colloquially referred to as “dry mouth,” this occurs when a patient has insufficient saliva. This often happens to diabetics because saliva contains glucose — and managing diabetes means limiting one’s glucose level.
  • “Burning mouth syndrome”: Essentially, this is a severe extension of the dry-mouth condition — but far more painful. It may also be accompanied by an inexplicable bitter taste in the mouth, and often worsens as the day passes.
  • Thrush: This is the growth of a naturally occurring fungus that the body can’t control. It results in tender red or white patches, usually on the gums, tongue or roof of the mouth.

What makes treating and curing dental diseases in diabetics particularly challenging, Bilger explains, is that the separate conditions feed off each other: “Having Type 2 diabetes puts you more at risk for developing significant gum disease; meanwhile, having gum disease often makes it harder to control your blood-glucose level. It can be a vicious cycle.”

 sdorfman@pbpost.com

Μεταβολικό σύνδρομο σε παιδιά

Written By Alexandros Moumtzis on Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012 | 12:45 π.μ.



Τα   τελευταία χρόνια  έχει παρατηρηθεί αύξηση του ποσοστού ατόμων παιδικής - εφηβικής ηλικίας που εμφανίζουν παχυσαρκία ,η οποία μπορεί να συνοδεύεται με ινσουλινοαντίσταση  δυσλιπιδαιμία και υπερχοληστερολαιμία, με αποτέλεσμα, να εστιάζεται το ενδιαφέρον των μελετητών στην αναγνώριση ύπαρξης του  Μεταβολικού Συνδρόμου ΜΣ και σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες.

Το Διεθνές Ίδρυμα για το Διαβήτη (International Diabetes Federation, IDF)
εξέδωσε έναν ορισμό για τη διάγνωση του ΜΣ σε παιδιά, κατηγοριοποιώντας σε  ηλικιακές ομάδες.
Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό η διάγνωση του ΜΣ τίθεται σε παιδιά με κεντρικού τύπου παχυσαρκία και δύο ή περισσότερα από τα τέσσερα κριτήρια που συναντάμε στον ορισμό του ΜΣ των ενήλικων.

O  ορισμός  του  Διεθνούς  Ιδρύματος  για  το  Διαβήτη (ΙDF)  για  το  Μεταβολικό
Σύνδρομο στα παιδιά και τους εφήβους, σε ομάδες υψηλού κινδύνου

Ηλικιακή
ομάδα (έτη)
Παχυσαρκία
(περίμετρος
μέσης)
Τριγλυκερίδια
HDL- C
Αρτηριακή
πίεση
Γλυκόζη νηστείας
(mg/dl) ή γνωστός
ΣΔ τύπου 2
6 έως <10
>90η Ε.Θ.
*



10 έως <16
>90η Ε.Θ.
>110mg/dl
 <40mg/dl
Συστολική
>130mmHg
ή Διαστολική
>85mmHg
>100mg/dl
ή ΣΔ 2
**
16+

 >150mg/dl




Χρησιμοποιούνται τα υπάρχοντα κριτήρια για τους ενήλικες
* Το ΜΣ δε μπορεί να διαγνωσθεί, αλλά απαιτούνται περισσότερες μετρήσεις, αν υπάρχει οικογενειακό
ιστορικό ΜΣ, ΣΔ τύπου 2, δυσλιπιδαιμίας, καρδιαγγειακής νόσου και/ή παχυσαρκίας.
** Αν η γλυκόζη νηστείας είναι >100mg/dl προτείνεται να διενεργηθεί δοκιμασία ανοχής γλυκόζης.


Από τον παραπάνω ορισμό αποκλείστηκαν τα παιδιά ηλικίας κάτω των έξι ετών
λόγω ανεπαρκών στοιχείων. Επιπλέον, για τα παιδιά ηλικίας έξι έως δέκα ετών με παρουσία προδιαθεσικών παραγόντων για  την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου και σακχαρώδη διαβήτη αναφέρεται πως δεν μπορεί να τεθεί η διάγνωση του ΜΣ, αλλά συστήνεται τακτική παρακολούθηση.

Τα κριτήρια διάγνωσης παχυσαρκίας στα παιδιά διαφέρουν από αυτά των ενηλίκων . Ως υπέρβαρα θεωρούνται τα παιδιά που ο Δείκτης Μάζας Σώματος τους που δεν ξεπερνά το 95 εκατοστημόριο και είναι μεγαλύτερος ή ισος του 75 °εκατοστημορίου. Παιδιά με αυξημένο κίνδυνο, να γίνουν υπέρβαρα θεωρούνται  αυτά, που το βάρος τους κυμαίνεται, μεταξύ του 85 εκατοστημορίου  αλλά δεν ξεπερνά το 95° εκατοστημόριο του εξειδικευμένου ανά φύλο ΒΜΙ (ΔΜΣ) για την ηλικία (CDC 2000) .

Τα παιδιά ανεξάρτητα από το φύλο τους, παρουσιάζουν συγκεκριμένες μεταβολικές αλλαγές  κατά την διάρκεια της εφηβείας . Εξαιτίας της αυξημένης δράσης της αυξητικής ορμόνης κατά την έναρξη της εφηβείας, παρατηρείται αύξηση της ινσουλινοαντίστασης .
 Η εφηβεία σηματοδοτεί , αλλαγές τόσο και στα επίπεδα των τιμών της  χοληστερόλης αλλά και των λιποπρωτεινών, που αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα  είναι ικανές, να συνοδεύουν τον έφηβο, εφ όρο ζωής ,  φυσικά μια μικρή μείωση των τιμών είναι πιθανόν να παρατηρηθεί , κατά το μέσο της εφηβείας ,αλλά συνήθως είναι παροδική.

 Το μεταβολικό σύνδρομο δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως  το  φυσιολογικό αποτέλεσμα μεταβολικών αλλαγών που λαμβάνουν χώρα στο ανθρώπινο σώμα . Η εμφάνιση του σχετίζεται σε κάποιο βαθμό με κληρονομικά αίτια, αλλά κατά βάση αποτελεί το βασικό αποτέλεσμα κακών διατροφικών επίλογων και χαμηλής φυσικής δραστηριότητας.
Η περίοδος της εφηβείας μπορεί να επιτείνει, το ήδη υπάρχον πρόβλημα μιας που ο έφηβος, είναι πιθανόν να  ξεκινήσει το κάπνισμα ή και τη κατανάλωση αλκοόλ. 

Τα ποσοστά εμφάνισης του Μεταβολικού Συνδρόμου στα παιδία παρουσιάζουν μια αυξητική τάση, αλλά όχι τόσο μεγάλη  συγκρινόμενη με αυτή των ενηλίκων.

Η παχυσαρκία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το μοναδικό κριτήριο  για τη διάγνωση του Μεταβολικού Συνδρόμου ,αλλά το πιο συχνό .
Οι πιθανότητες ενός παιδιού να εμφανίσει ΜΣ εάν το βάρος του ξεπεράσει το 950 εκατοστημόριο αυξάνονται κατά 50 %.
Τα παχύσαρκα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν  αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης σε συνδυασμό με υπέρταση και αθηρογενή  δυσλιπιδαιμία.
Συνήθως τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος στα παιδιά  μπορούν να κυμαίνονται σε φυσιολογικά επίπεδα (να παρουσιάζουν δηλαδή ευγλυκαιμία) ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι μπορεί να παρουσιάζουν ταυτόχρονα , υψηλό αριθμό τριγλυκεριδίων και ινσουλίνης  κάτι που έρχεται σε  αντίθεση με τα εργαστηριακά ευρήματα των ενηλίκων με ΜΣ.

  Η  διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας κατά την παιδική ηλικία είναι παρουσιάζεται σε χαμηλό  ποσοστό (1,8%), ακόμη και μεταξύ των υπέρβαρων παιδιών (2,5%). Αυτό εγείρει το ερώτημα  αν διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, και όχι μόνο η μέτρηση  της γλυκόζη νηστείας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη καλύτερη διαλεύκανση περιπτώσεων Μεταβολικού Συνδρόμου σε παιδιά-εφήβους.

 Έτσι πέραν από τη μείωση του αρχικού ορίου της γλυκόζης νηστείας από τα 110 mg/dl στα 100 mg/dl προτείνετε και η περαιτέρω  διερεύνηση με δοκιμασία ανοχής γλυκόζης σε περιπτώσεις που η τιμά της γλυκόζες νηστείας υπερβαίνει τα 100 mg/dl.
Σύμφωνα με την ΑDA για κάθε παιδί που το βάρος του  ξεπερνά το 850 ο έλεγχος θα πρέπει  IGT- Διαβήτη να επαναλαμβάνεται κάθε δεύτερο χρόνο.
 Ο έλεγχος για ΜΣ σε  παιδιά που παρουσιάζουν οικογενειακό ιστορικό Διαβήτη σε πρώτου ή δεύτερου  βαθμού συγγενή , είτε παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα ινσουλινοαντίστασης   όπως (δυσλιπιδαιμία, υπέρταση , acanthosis nigricans κ.λ.π) μπορεί να ξεκινήσει και σε ηλικία μικρότερη των δέκα ετών.

 Διαγνωστικός έλεγχος μπορεί να  επίσης ξεκινήσει και σε κορίτσια με πρόωρη έναρξη εμμήνου ρύσης  ηλικία < μικρότερη των 11 χρονών ,μιας που παρουσιάζουν υψηλοτέρα ποσοστά ινσουλίνης και μεγαλύτερη ποσότητα σωματικού λίπους  .
Παιδιά με οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, είτε με τιμή χοληστερόλης  που ξεπερνά τα 240 mg/dl θα πρέπει να ελέγχονται για αθηρογενή δυσλιπιδαιμία , η δε εξετάσεις που αφορούν το λιπιδαιμικό τους προφίλ θα πρέπει να επαναλαμβάνονται ετησίως.



Εμμηνόπαυση και Διαβήτης

Written By Alexandros Moumtzis on Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012 | 3:18 μ.μ.


Ο μεγαλύτερος μέσος  όρος ζωής των γυναικών , σε σχέση με τους άνδρες ,οφείλεται και στο γεγονός   ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά εμφάνισης καρδιακής νόσου .

Το πλεονέκτημα όμως αυτό, εξαλείφεται, στη περίπτωση ,που μια γυναίκα εμφανίσει διαβήτη.

Οι γυναίκες με διαβήτη ,διατρέχουν εξαπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής νόσου, σε σχέση με τις υγιείς γυναίκες. Το ποσοστό εμφάνισης καρδιακής νόσου σε διαβητικές γυναίκες είναι υψηλότερο ακόμα και από το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών με διαβήτη.

Τα αποτελέσματα, Φιλανδικής έρευνας έδειξαν, ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά θανατηφόρων εμφραγμάτων, σε σχέση με τα αντίστοιχα των ανδρών.

Περά όμως από τη συχνότητα και τη βαρύτητα, που μπορεί να παρουσιάσει μια επικείμενη καρδιακή προσβολή ,διαφορές  παρατηρούνται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο, τα δυο φύλλα αντιλαμβάνονται, το έμφραγμα.

Μερικά από τα συμπτώματα του εμφράγματος ,γίνονται αντιληπτά και από τα δυο φύλλα και πιο συγκεκριμένα , η δυσφορία , ο πόνος στο στήθος  ή και σε αλλά μέρη του άνω κορμού  (χέρι, πλάτη ,άνω μέρος του στομαχιού).

Ενώ άλλα συμπτώματα όπως κούραση –αδυναμία ,ναυτία ,ζαλάδα ,αναπνευστική δυσχέρεια ,είτε  εμφανίζονται με μικρότερη ένταση στις γυναίκες,  με αποτέλεσμα να μην γίνονται αντιληπτά και το κυριότερο δεν  κινούν σε αυτές, την υποψία,  για ένα επαπειλούμενο  έμφραγμα.

Τα ποσοστά εμφάνισης νεφρικής νόσου, υπερβαίνουν τα αντίστοιχα ποσοστό των ανδρών. Ο κίνδυνος όμως εμφάνισης καρδιακής ή νεφρικής νόσου στις γυναίκες έχει μια χρονική αφετηρία.

Η εμμηνόπαυση λοιπόν, κατά την οποία τα επίπεδα των οιστρογόνων μειώνονται σημαντικά, σηματοδοτεί την έναρξη μιας  περιόδου,  αυξημένης πιθανότητας εμφάνισης προβλημάτων που σχετίζονται με τη καρδιά ή τους νεφρούς.

 Όσο μειώνονται τα ποσά των οιστρογόνων και όσο παρατηρείται σχετική αύξηση των επίπεδων τεστοστερόνης τόσο αυξάνει ο κίνδυνος .

Η  περίοδος της εμμηνόπαυσης, πέραν των ορμονικών προβλημάτων που δημιουργεί στις γυναίκες ,αυξάνει στο διπλάσιο, τα ποσοστά κατάθλιψης ,σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά που παρουσιάζει ο πληθυσμός των ανδρών.

Ας  μην ξεχνάμε ότι η παρουσία κατάθλιψης σε συνδυασμό και με άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες είναι ικανή είτε ανεξάρτητα είτε σε συνδυασμό με αυτούς να πυροδοτήσει ,την έναρξη του διαβήτη.

Μπορεί μεν η χρονική περίοδος της εμμηνόπαυσης να άρει τη προστατευτική ασπίδα των γυναικών απέναντι στις καρδιόπαθειες ,άλλα δυστυχώς και η ίδια η ασθένεια  συμβάλει επίσης σε αυτό .

Ανεξαρτήτως φύλλου, η εμφάνιση του διαβήτη συνδυάζεται με μια σταδιακή επιδείνωση του λιπιδαιμικού προφίλ του ασθενούς  , έστω και αν παρατηρείται βελτίωση  στη διαχείριση των τιμών της  γλυκόζης.

Η άνοδος των τιμών των τριγλυκεριδίων, σε συνδυασμό με τη μείωση της HDL, αποτελεί το έναυσμα  για τον πολλαπλασιασμό των πιθανοτήτων δημιουργίας   εμφράγματος .

Οι καρδιοπροστατευτικές ιδιότητες των οιστρογόνων και της ΗDL είναι γνώστες σε ένα μεγάλο σύνολο γυναικών  ,όμως η γνώση αυτή μπορεί να επιδράσει με αρνητικό τρόπο εφησυχάζοντας τες.

Οι στεροειδής ορμόνες περάν από την επίδραση τους τόσο στα φυλετικά χαρακτηριστικά, στο μεταβολισμό του λίπους , την λειτουργία του ενδοθηλίου και των αγγείων επιφέρουν αλλαγές και στη σύσταση του ανθρωπίνου σώματος .

Κατά τη περίοδο της εμμηνόπαυσης παρατηρείται αύξηση του σπλαχνικού λίπους και γενικότερα αύξηση του συνολικού ποσοστού  λίπους, σε σχέση πάντα,  με την άλιπη μυϊκή μάζα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και μείωση της οστικής πυκνότητας .

 Η εμμηνόπαυση συνοδεύεται και σε αλλαγές όσο αναφορά και στα  μικροθρεπτικά συστατικά , ενδεικτικά αναφέρω τη μείωση που παρατηρείται στη τιμή του μαγνησίου  που ενισχύει  την ινσουλινοαντίσταση και κατά συνέπεια το μεταβολικό σύνδρομο ,καθώς και την αύξηση που παρατηρείται στη τιμή του σιδηρού – αποθήκες σιδηρού και συνδέεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Όμως η αύξηση του σπλαχνικού λίπους, πέραν από το οπτικό αποτέλεσμα σημαίνει μειωμένο βαθμό λιπόλυσης ,αύξηση των ΕΛΟ στη κυκλοφορία του αίματος και ενίσχυση της ινσουλινοαντίστασης.

 Η ινσουλινοαντίσταση, όπως προανέφερα σε άλλο άρθρο, ενισχύει το περιβάλλον φλεγμονής  και συμβάλει με το τρόπο της, στη δημιουργία ισχαιμικής καρδιακής νόσου αλλά και επιπλοκών  που σχετίζονται με τη παχυσαρκία.

 

Η αύξηση του σπλαχνικού ποσοστού λίπους που παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση  δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλειστικός παράγοντας εμφάνισης καρδιακής νόσου. Μπορεί  όμως να αποτελέσει, ένα πολύ σημαντικό θεραπευτικό στόχο, μιας που η μείωση του, σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην αρχικά στην  απόφαση , την επίμονη και   θέληση μας, όσο αναφορά  την αποδοχή τόσο των υγεινοδιαιτητικών συστάσεων όσο και την επιβολή .αύξησης της φυσικής μας δραστηριότητας.

Δεν πρέπει φυσικά να φτάσουμε στην εμμηνόπαυση για να ενδιαφερθούμε για το σώμα μας ,μιας που η πρόληψη  και αποτελεί την καλύτερη αμυντική τακτική απέναντι σε μια ομάδα ασθενών.

Μεταβολικό Σύνδρομο (ΜΣ)

Written By Alexandros Moumtzis on Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012 | 3:02 μ.μ.


Πολλές φορές συνδέουμε το μεταβολικό σύνδρομο αποκλειστικά και μόνο με τη παρουσία ή όχι ινσουλινοαντίστασης και στο μυαλό όλων μας ,έχει συνδεθεί με αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης διαβήτη τύπου ΙΙ. Δεν είναι όμως έτσι ακριβώς .

 Το μεταβολικό σύνδρομο αποτελεί ένα πάζλ επιμέρους μεταβολικών διαταραχών που οδηγούν όχι μόνο στην εμφάνιση του διαβήτη ΙΙ μιας που πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται με τετραπλάσιο κίνδυνο στεφανιαίου θανάτου ενώ άλλες μελέτες διαπιστώνουν διπλασιασμό του κινδύνου στεφανιαίας νόσου όταν η παρουσία σακχαρώδη διαβήτη συνδυάζεται και με παρουσία μεταβολικού συνδρόμου!!!.

Μονομερή αλλά αλληλοσυνδεόμενα κομμάτια του μεταβολικού συνδρόμου αποτελούν η  είναι η παχυσαρκία (κυρίως η κεντρικού τύπου), η ινσουλινοαντίσταση η δυσλιπιδαιμία, η υπέρταση, και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Σαν κύρια αιτία του Μεταβολικού Συνδρόμου(ΜΣ) θεωρείται η κεντρική παχυσαρκία που στη συνεχεία θα δημιουργήσει την ινσουλινοαντίσταση (ανικανότητα δράσης της ινσουλίνης σε ιστούς-όργανα ).

Η αδύναμα δράσης της ινσουλίνης θα έχει σαν αποτέλεσμα τη διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης με άμεση συνεπεία την εμφάνιση ελαφριάς υπεργλυκαιμίας και με  ταυτόχρονη αρχικά υπέρ έκκριση ινσουλίνης.

Το σφάλμα στη δράση της ινσουλίνης θα σηματοδοτήσει τη απορύθμιση και των λιπιδίων δημιουργώντας ,δυσλιπιδαιμία που ότι θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη δράση της ινσουλίνης θα δημιουργήσει μια πληθώρα  προβλημάτων όπως (αυξημένο αριθμό τριγλυκεριδίων ,αυξημένο αριθμό πυκνών LDL,μείωση της HDL , αυξημένα ποσά ελεύθερων λιπαρών οξέων )  

Η συνεχιστεί να μειώνεται η δράση της ινσουλίνης και αρχίζει να περιορίζεται και η έκκριση της οδηγούμαστε ακόμη και σε διαβήτη . Ξαφνικά αρχίζει να απορυθμίζεται και η αρτηριακή πίεση εξαιτίας της ανικανότητας της ινσουλίνης να ασκήσει αγγειοδιασταλτική δράση στα περιφερικά αγγεία ,σε συνδυασμό  κατακράτηση νάτριου και αυξημένη δράση του συμπαθητικού. Το αίμα λοιπόν κινείται με μεγάλη ταχύτητα –ορμή,  σε αγγεία με μικρότερη διάμετρο και λόγο του παραπάνω λόγου που ανέφερα ,αλλά και εξαιτίας  του γεγονότος ότι υπερβολικός αριθμός χοληστερόλης αρχίζει να συνωστίζεται στα τοιχώματα τους. Σαν να μην έφτανε όλο αυτό ο λιπώδης ιστός αρχίζει να παράγει μια σειρά παραγόντων που συμβάλουν στην εξέλιξη της αθηροσκλήρυνσης.

Η ινσουλινοαντίσταση και η υπερινσουλιναιμία δημιουργεί δυσχεραίνει το μεταβολισμό της γλυκόζης, προκαλώντας  ,δυσλιπιδαιμία ,αιμοδυναμικές αλλαγές, και ένα φλεγμονώδες αθηρωματικό  κυτταρικό περιβάλλον ,δημιουργώντας έτσι όλες τις προϋποθέσεις εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

Άλλες διαταραχές που μπορούν να συσχετιστούν, με το μεταβολικό σύνδρομο είναι η υπερουριχαιμία, η υπνική άπνοια, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών το λιπώδες ήπαρ.

Το μεταβολικό σύνδρομο, παρότι μπορεί να  βρίσκεται μπροστά στα ματιά μας ,συχνά το αγνοούμε και το συνδέουμε με το κίνδυνο του διαβήτη , όμως ακόμη και στη περίπτωση που μεταβούμε στη κατάσταση του διαβήτη, ο πιθανός θάνατος, θα προέρχεται από καρδιαγγειακά αίτια δυστυχώς.

Ποια άτομα λοιπόν πάσχουν από το ΜΟ;

  • Περιφέρεια μέσης πάνω από 102cm στον άνδρα ή 88cm στην γυναίκα
  •  Αρτηριακή πίεση αίματος τουλάχιστον 130 και 85 mmHg η συστολική και διαστολική αντιστοίχως
  • Επίπεδα τριγλυκεριδίων αίματος πάνω από 150mg/dl.
  • Επίπεδα 'καλής χοληστερίνης' HDL κάτω από 40mg/dl στον άνδρα και κάτω από 50 mg/dl στην γυναίκα
  • Γλυκόζη αίματος νηστείας μεγαλύτερη και ίση του  110mg/dl.

Εάν συνυπάρχουν 3 από τα 5 αυτά διαγνωστικά κριτήρια, τότε πάσχετε από Μεταβολικό Σύνδρομο .
Μουμτζής Αλέξανδρος
Ιατρός ενδοκρινολόγος ειδικός εφαρμογών διαιτητικής

Δημοφιλή Άρθρα

Η ιστοσελίδα δεν είναι υπεύθυνη για το περιεχόμενο των εξωτερικών συνδέσεων ,είτε των διαφημισεων που περιέχει.
 
Support : Creating Website | Johny Template | Mas Template
Copyright © 2013. diabetesgr - All Rights Reserved
Template Created by Creating Website Published by Mas Template
Proudly powered by Blogger